Αρχική Αποφάσεις Δικαστικές Πρωτοδικεία ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (ΕΡΓΑΤΙΚO) ΑΡ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1416/2010
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (ΕΡΓΑΤΙΚO) ΑΡ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1416/2010 PDF Εκτύπωση E-mail
ν. 551/1915 (ατύχημα), 71, 914, 932, 937 Α.Κ., ν. 2462/1997 (Κυρωτικός Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα Ο.Η.Ε.)


*

Εργατικό ατύχημα (θάνατος) – Αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης – Ευθύνη κατ’ άρθρ. 71 Α.Κ. και του υπαιτίου φυσικού προσώπου που εκπροσωπεί νομίμως το νομικό πρόσωπο – Παραγραφή πενταετής από λήψεως γνώσεως ατυχήματος και υποχρέου – Συνδυασμός με προβλεπομένη ποινική παραγραφή – Δεν είναι παραδεκτή η συζήτηση τέτοιας αγωγής κατ’ ασφαλιστικής εταιρείας με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών – Δεν υπόκειται η αγωγή σε τέλος δικαστικού ενσήμου – Δεκτή ένσταση εναγομένης κατασκευαστρίας οικοδομής εταιρείας ότι ήταν δυνατή η διαπίστωση άρα και η γνώση του προσώπου του υποχρέου διότι τα στοιχεία της κατασκευαστρίας ήσαν ανηρτημένα σε μεγάλη επιγραφή στην οικοδομή – Διατάσσεται χωρισμός / παραπομπή ως προς ασφαλιστική εταιρεία – Απορρίπτεται η αγωγή


*

Δικαστής: Αναστασία Καραπιπέρη, Πρωτοδίκης

Δικηγόρος του γραφείου μας: Κυριάκος Ελ. Μακαρώνας




*     *     *     *     *

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 1 του κωδικοποιημένου με το από 24.7/25.08.1920 β.δ., ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α΄ του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε σε εργάτη ή υπάλληλο, κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού και την αναφερόμενη σε αυτές έκταση, θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, που δεν ανάγεται αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο δεν θα λάμβανε χώρα, χωρίς την εργασία και την υπό τις δεδομένες συνθήκες εκτέλεσή της (βλ. ΟλΑΠ 1287/1986 ΝοΒ 1987.1605, ΑΠ 1602/1998 ΔΕΝ 1999.200, ΕφΑθ 11116/1996 ΕΕργΔ 1997.1126, Λ. Ντάσιου, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, εκδ. 1985, σελ. 414 γ΄, Γκούτου - Λεβέντη, Εργατική Νομοθεσία, εκδ. 1988, παρ. 43, σελ. 119). Η τελευταία περίπτωση συντρέχει όταν το ατύχημα δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, αλλά συνδέεται προς αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις, που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία. Εξάλλου, από τα άρθρα 914, 932 ΑΚ και 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση (θετική και αποθετική ζημία), μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ή οι οικείοι του λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 1168/2007 ΕΕργΔ 2008.604, ΑΠ 1045/2007 ΕΕργΔ 2008.470, ΑΠ 793/2007 ΕΕργΔ 2008.536, ΑΠ 73/2007 ΕλΔ 2007.1411, με σχόλιο Αντ. Ταμπάκη, ΑΠ 1102/2003 2005.136). Εξάλλου, τόσο αγωγή που έχει περιεχόμενο αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, όσο και ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας του θανατωθέντος σε ατύχημα εκ βιαίου συμβάντος, που επήλθε σε εργάτη ή υπάλληλο των επιχειρήσεων του άρθρου 2 του ν. 551/1915, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής και μόνο εφόσον στρέφεται κατά του εργοδότη του και αποδίδεται σ’ αυτόν και στους προστηθέντες από αυτόν, για τους οποίους ευθύνεται, πταίσμα για την επέλευση του εργατικού ατυχήματος, υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 - 676 ΚΠολΔ, εφόσον αξιώνεται ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, δοθέντος ότι πρόκειται περί αδικοπραξίας που τελέστηκε εξ αφορμής της εργασίας (ΟλΑΠ 433/1968, ΑΠ 1530/2004 ΕλλΔνη 46.788). Τρίτοι, οι οποίοι ευθύνονται παράλληλα προς τον εργοδότη, χωρίς να μετέχουν στην εργασιακή σχέση, δεν ενάγονται κατά την εργατική διαδικασία, αλλά κατά την τακτική διαδικασία και έτσι, αν το αξιούμενο ποσό είναι μεγαλύτερο από εκείνο που ορίζεται για την αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αρμόδιο προς εκδίκαση είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία (ΕφΚρητ 473/2007 ΕλΔ 2008.1476). Εξάλλου, κατά το άρθρο 71 του ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αυτού για αποζημίωση, τότε ευθύνεται εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο και το φυσικό αυτό πρόσωπο (ΑΠ 218/2003 ΕλλΔνη 45.444, ΑΠ 25/2000 ΕλλΔνη 41.713). Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρεία, σε περίπτωση αδικοπραξίας του οργάνου που αντιπροσωπεύει το νομικό πρόσωπο, όπως και ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, εφόσον ορίστηκε με το καταστατικό (άρθρο 18 παρ. 1, 2, 22 παρ. 1, 3 του ν. 2190/1920), κατά την εκτέλεση των ανατιθεμένων σ' αυτούς καθηκόντων, γεννάται αυτοτελής λόγος αδικοπρακτικής ευθύνης, πρόσθετος προς την ευθύνη του νομικού προσώπου της ΑΕ, των υπαιτίων αυτών φυσικών προσώπων που εκπροσωπούν την εταιρεία (βλ. αντί άλλων ΑΠ 375/1994 ΠοινΧρον ΜΔ 514, ΕφΑθ 1575/2006 ΕλλΔνη 47.1471, ΕφΘεσ 480/2003 Αρμ 2003.779). Εξάλλου, το αίτημα για την απαγγελία προσωπικής κράτησης είναι νόμιμο και, όσον αφορά το διαχειριστή της ανώνυμης εταιρείας, εφόσον αυτός είναι «ο δράστης του εγκλήματος», δηλαδή το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, καθόσον η εξαίρεση της παραγράφου 3 του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ αναφέρεται μόνον στην απαγόρευση της προσωπικής κράτησης των εκπροσώπων των ανωνύμων εταιρειών για χρέη εμπορικά ή από αδικοπραξία, που βαρύνουν μόνον το νομικό πρόσωπο και όχι για χρέη από αδικοπραξία που βαρύνον το ίδιο το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, έστω και αν αυτό τέλεσε την αδικοπραξία στα πλαίσια των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί (ΑΠ 418/2007 ΝοΒ 2007.1168, ΑΠ 133/2001 ΕλλΔνη 42.699, ΕφΑθ 1575/2006 ΕλλΔνη 47.1471, ΕφΑθ 5661/2003, ΕλλΔνη 45.536). Σημειώνεται, ότι η ανωτέρω διάταξη δεν καταργήθηκε με το άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ (Κυρωτικός Ν. 2462/1997), κατά το οποίο «Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση», αφού η διάταξη αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 2184/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ ορίζεται ότι: «η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως». Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατά το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α΄ ΑΚ πενταετούς παραγραφής είναι η παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου, ενώ σε κάθε περίπτωση η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Συνεπώς, εάν ένα από τα στοιχεία της ζημίας ή του προς αποζημίωση υποχρέου δεν είναι γνωστό η αξίωση παραγράφεται μετά είκοσι έτη από την τέλεση της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, καθ’ όσον αφορά τις ως άνω προϋποθέσεις δικαιολογούνται γιατί μόνο από της γνώσεως της ζημιάς και του υποχρέου προς αποζημίωση μπορεί να εγερθεί μία αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υποχρέου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υποχρέου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί. Από τις ίδιες πατάξεις του νόμου σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το βάρος αποδείξεως ότι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξιώσεως, δηλαδή ο εναγόμενος, ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής και όχι αντένσταση κατ’ αυτής (ΑΠ 141/2007 ΧΡΙΔ 2007.495). Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης. Έτσι, αν η πράξη είναι πλημμέλημα, το οποίο παραγράφεται κατά τα άρθρα 111 παρ. 3 και 112 Π.Κ. μετά πενταετία από την τέλεση αυτού, τότε δεν εφαρμόζεται η παραγραφή αυτή αλλά εκείνη του άρθρου 937 παρ. 1 Α.Κ. Επομένως η απαίτηση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από αξιόποινη πράξη που συνιστά πλημμέλημα, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, αρχόμενη αφ’ ότου ο παθών έλαβε γνώση της πράξης και του προς αποζημίωση υπόχρεου (ΑΠ 779/2002 Ελλ.Δ/νη 43.1687), δεδομένου ότι η αναφερόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 937 Α.Κ., μακρότερη ποινική παραγραφή, προδήλως αποβλέπει στην προβλεπόμενη in abstracto ποινική παραγραφή άνευ συνυπολογισμού σ’ αυτή και διαστήματος της αναστολής (βλ. ΟλΑΠ 21/2003 ΧΡΙΔ 2003.613, ΑΠ 1589/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 779/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ο νόμος 551/1915 ρυθμίζει τα της περιουσιακής αποζημιώσεως του μισθωτού επί εργατικού ατυχήματος το δε άρθρο 932 Α.Κ. αξιοί προπαντός αδικοπραξία εν γένει και ορίζει ότι η χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη παρέχεται ανεξαρτήτως της αποζημιώσεως. Ως εκ τούτου σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση λόγω ψυχικής οδύνης της οικογενείας του θανατωθέντος μισθωτού κατά την εκτέλεση της εργασίας του, είναι διαφορετική από την περιουσιακή αποζημίωση του ν. 551/1915, έρεισμα έχει το άρθρον 932 ΑΚ και συνεπώς, τα της παραγραφής της αξιώσεως αυτής ρυθμίζονται από το άρθρο 937 ΑΚ το οποίο ορίζει τα προεκτεθέντα (ΑΠ 51/1976 ΝοΒ 24.594, ΕφΛαρ Δικογραφία 2004.501).
Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι είναι αμφιθαλή αδέλφια του ………, ο οποίος είχε προσληφθεί στις 26.02.2003 ως οικοδόμος - τεχνίτης ξυλοτύπων από τον δεύτερο των εναγομένων, υπεργολάβο της πρώτης εναγομένης εργολήπτριας εταιρείας, η οποία είχε αναλάβει την ανέγερση οικοδομής στην Κυψέλη επί της οδού ………, αρ. … και …. Ότι στις 04.03.2003 κατά τη διάρκεια της εργασίας του επί της ως άνω οικοδομής και εξαιτίας αυτής (εργασίας), υπέστη εργατικό ατύχημα, από το οποίο επήλθε ο θάνατος του, κατά τις ειδικότερες συνθήκες που εκτίθενται στην αγωγή. Ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα των δύο πρώτων εναγομένων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ενώ η τρίτη εναγόμενη είχε ασφαλίσει την ένδικη οικοδομή για την αστική ευθύνη της πρώτης εναγομένης έναντι εργαζομένων σε αυτήν και τρίτων. Κατόπιν των ανωτέρω, ζητούν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, να τους καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που έχουν υποστεί το ποσό των 50.000 ευρώ σε έκαστο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, να απαγγελθεί κατά των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας 1 έτους, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της εκδοθησόμενης αποφάσεως και να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων τα δικαστικά έξοδά τους. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, όσον αφορά την τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν αφορά σε διαφορά εργαζόμενου και εργοδότη (άρθρο 16 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια, απαράδεκτα φέρεται προς συζήτηση κατά την παρούσα ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με τα αμέσως προηγουμένως εκτεθέντα, ως προς την τρίτη εναγόμενη πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της δίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτή στο καθ’ ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να δικαστεί κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία. Κατά τους λοιπούς εναγομένους, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά και αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να τη δικάσει, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 22, 25 παρ. 2 και 663 παρ. 1 και παρ. 5, 664 - 676 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 71, 345, 346, 176, 1047, 907 και 908 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος για απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά της πρώτης εναγομένης εταιρείας ως μέσον έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, διότι με την υπό κρίση αγωγή ενάγεται μόνο η ανώνυμη εταιρεία και όχι ο νόμιμος εκπρόσωπος της, κατά του οποίου θα μπορούσε σε περίπτωση αποδείξεως ευθύνης του κατά τα ειδικότερα στη μείζονα σκέψη, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση εναντίον του, ο οποίος άλλωστε ούτε κατονομάζεται στην αγωγή. Επομένως, πρέπει στο μέτρο που κρίθηκε νομικά βάσιμη να εξετασθεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δεδομένου ότι δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου για το καταψηφιστικό αίτημα αυτής, καθώς από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του ν. 551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.08.1920, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 8 του ΕισΝ ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι αγωγές, με τις οποίες επιδιώκεται η καταβολή αποζημιώσεως από εργατικό ατύχημα δεν υποβάλλονται στο προβλεπόμενο από τον ν. ΓπΟΗ/1912 τέλος δικαστικού ενσήμου, ενώ για την ταυτότητα του νομικού λόγου δεν υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου ούτε οι αγωγές επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από εργατικό ατύχημα, αφού συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος απαλλαγής από την καταβολή του τέλους αυτού (ΑΠ 691/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Οι εναγόμενοι από την πλευρά τους αρνούνται την αγωγή και προέβαλαν παραδεκτώς (ΟλΑΠ 2/2005 ΝΟΜΟΣ ΤΝΠ), μεταξύ των άλλων, την ένσταση της πενταετούς παραγραφής κατά το άρθρο 937 Α.Κ., δεδομένου ότι από την τέλεση της αδικοπραξίας, ήτοι του ενδίκου ατυχήματος, στις 04.03.2003 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής στις 24.12.2008, έχει παρέλθει πενταετία, τόσο από την τέλεσή της, όσο και από τη γνώση των υποχρέων, αφού οι ενάγοντες ισχυρίζονται στις σελ. 8 και 9 της υπό κρίση αγωγής ότι «... Ο θανών ... είχε ιδιαίτερες στενές επαφές με εμάς τα αδέλφια του, εκ των οποίων ο πρώτος διέμενε σε οικία που βρίσκεται σε απόσταση 300 μέτρων από την οικία του θανόντος και είχε με αυτόν σχεδόν καθημερινή επαφή, οι δε λοιποί εξ ημών είχαμε στενότατη επικοινωνία ...», σε συνδυασμό με τα εξής επικαλούμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα: α) την από 05.03.2003 αναγγελία εργατικού ατυχήματος και την ταυτόχρονη δήλωση ατυχήματος από την πρώτη εναγομένη στο αρμόδιο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας του Ι.Κ.Α., όπου εμφανίζονται τα πλήρη στοιχεία της εναγομένης εταιρείας, αλλά και το ονοματεπώνυμο του δευτέρου εναγομένου, ως εργοδότη του θανόντος (βλ. δήλωση ατυχήματος), β) την από 04.03.2003 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα ………, ήτοι υιού του πρώτου ενάγοντος της υπό κρίση αγωγής, ο οποίος αναφέρει ότι είναι ανεψιός του θανόντος και εργάζονταν μαζί στην οικοδομή που βρίσκεται στην οδό ……… κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, γ) την από 22.03.2007 έγγραφη παραίτηση από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 02.12.2003 αγωγής (αριθμ. δικογρ. 179.038/4.534/2003) ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, ήτοι αγωγή που είχε ασκηθεί από τη σύζυγο και τα τέκνα του θανόντος, ήτοι από τη νύφη και τα ανήψια των εναγόντων, μεταξύ άλλων και κατά των νυν εναγομένων, ήδη από τις 02.12.2003 και δ) φωτογραφίες όπου φαίνεται να έχει αναρτηθεί στην επίδικη υπό ανέγερση οικοδομή μεγάλη επιγραφή της πρώτης εναγομένης με τα πλήρη στοιχεία της, ως κατασκευάστριας του έργου εταιρείας. Η ένσταση αυτή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και πρέπει να δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη, καθώς αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καθώς οι ενάγοντες, δεδομένου ότι διατηρούσαν στενές σχέσεις με τον θανόντα και την οικογένειά του, όπως οι ίδιοι άλλωστε ομολογούν και μάλιστα ο γιος του πρώτου εξ αυτών εργαζόταν ως οικοδόμος, μαζί με τον θανόντα κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν σε θέση να διαπιστώσουν άμεσα, ήδη από το χρόνο του ατυχήματος την επωνυμία της πρώτης εναγομένης, το όνομα του δευτέρου εναγομένου και τις διευθύνσεις τους ώστε να εγείρουν αγωγή εναντίον τους ως υποχρέων σε αποζημίωση. Συνεπώς από την τέλεση της αδικοπραξίας στις 04.03.2003, μέχρι τις 24.12.2008, οπότε και ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή, έχουν παρέλθει 5 έτη, 9 μήνες και 20 ημέρες και έχει πράγματι συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Εξάλλου, στην προκείμενη περίπτωση δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή η επίκληση των εναγόντων περί εκδόσεως της υπ’ αριθμ. 2484/2006 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, ούτε της υπ’ αριθμ. 44424/2008 απόφασης του Δ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως ποινικής δίωξης κατά του δεύτερου εναγομένου και των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης για πλημμέλημα, ήτοι ανθρωποκτονία από αμέλεια. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της κατά παραδοχή της αποδειχθείσας ως άνω ένστασης παραγραφής. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, με βάση και το σχετικό αίτημά τους, πρέπει να επιβληθούν στους ενάγοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους.
Χωρίζει την υπόθεση ως προς την τρίτη εναγόμενη εταιρεία.
Παραπέμπει προς εκδίκαση ως προς την τρίτη εναγόμενη εταιρεία την υπό κρίση αγωγή στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων.
Επιβάλλει σε βάρος των εναγόντων τα δικαστικά έξοδα όλων των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων ευρώ (1,000 €) σε έκαστο εξ αυτών.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2010.